model

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

model (en)

  1. δημιουργώ ένα μοντέλο, μοντελοποιώ
    He was trying to model the stock markets (Προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα μοντέλο για το χρηματιστήριο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

model (en)

  1. το μοντέλο, το πρότυπο

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

(πληροφορική)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmɔdɛl/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

model (pl) αρσενικό

  1. το μοντέλο ως:

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]