model
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| model | models |
model (en)
- το μοντέλο, ένα αντίγραφο κάτι, συνήθως μικρότερο από το αρχικό αντικείμενο
the wax model of a statue/ship - το κέρινο μοντέλο για ένα άγαλμα/πλοίο
- το μοντέλο, κάτι όπως ένα κείμενο ή ένα σύστημα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα για να αντιγράψουν άλλα πρόσωπα
modern models of economic development - σύγχρονα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης
There are communist parties which accept/reject the Soviet model.
- Υπάρχουν κομμουνιστικά κόμματα που δέχονται/αρνούνται το σοβιετικό μοντέλο.
- το υπόδειγμα, το πρότυπο, πρόσωπο ή πράγμα που θεωρείται εξαιρετικό παράδειγμα για κάτι
He is a model of industry/honesty.
- Είναι υπόδειγμα επιμέλειας/τιμιότητας.
He is a model father and husband.
- Είναι υπόδειγμα πατέρα και συζύγου.
She is a model wife and mother.
- Είναι πρότυπο συζύγου και μητέρας.
He is a model of a good family man.
- Είναι πρότυπο καλού οικογενειάρχη.
- → δείτε τον όρο role model
- (επάγγελμα) το μοντέλο (μόδας), ένα πρόσωπο που η δουλειά του είναι να φοράει και να δείχνει νέα στυλ ρούχων και να φωτογραφίζεται φορώντας τα
The collection’s show closed with the famous model dressed as a bride.
- H παρουσίαση της κολεξιόν έκλεισε με το διάσημο μοντέλο ντυμένο νύφη.
- ≈ συνώνυμα: fashion model
- (επάγγελμα) το μοντέλο ενός ζωγράφου, πρόσωπο που απασχολείται για να ζωγραφίσει, να σχεδιάσει, να φωτογραφίσει κτλ. από καλλιτέχνη ή φωτογράφο
a painter’s model - το μοντέλο ενός ζωγράφου
She poses as a model for artists and sculptors.
- Ποζάρει ως μοντέλο σε ζωγράφους και γλύπτες.
- το μοντέλο, ο τύπος, ένα συγκεκριμένο σχέδιο ή είδος προϊόντος
the latest models from Paris - τα τελευταία μοντέλα από το Παρίσι
Fiat’s new model - το νέο μοντέλο της Fiat
She will present her spring models.
- Θα παρουσιάσει τα ανοιξιάτικα μοντέλα της.
a car of the latest model - αυτοκίνητο τελευταίου τύπου
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]πληροφορική
- Component Object Model (COM)
- color model
- data model
- Document Object Model (DOM)
- relational model
- entity-relationship diagram ή entity-relationship model
- OSI model
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | model |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | models |
| αόριστος | modeled (ΗΠΑ), modelled (ΗΒ) |
| παθητική μετοχή | modeled (ΗΠΑ), modelled (ΗΒ) |
| ενεργητική μετοχή | modeling (ΗΠΑ), modelling (ΗΒ) |
model (en)
- δημιουργώ ένα μοντέλο, μοντελοποιώ
He was trying to model the stock markets.
- Προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα μοντέλο για το χρηματιστήριο.
Πηγές
[επεξεργασία]- model (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- model (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 562, 754, 904-905, 917. ISBN 9780194325684., λήμμα: μοντέλο, πρότυπο, τύπος, υπόδειγμα
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]model (pl) αρσενικό
- το μοντέλο ως: