Μετάβαση στο περιεχόμενο

modèle

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
modèle modèles

modèle (fr) αρσενικό

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
modèle modèles

modèle (fr) αρσενικό ή θηλυκό