modèle
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| modèle | modèles |
modèle (fr) αρσενικό
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| modèle | modèles |
modèle (fr) αρσενικό ή θηλυκό