facet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. έδρα πολύεδρου
  2. (μεταφορικά) όψη, πλευρά αντικειμένου (υλικού, επιστημονικού, συζήτησης, ιδέας κτλ.)
  3. (μεταφορικά) οπτική σχετικά με κάποιο θέμα]
     συνώνυμα: aspect

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

facet (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]