facet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. έδρα πολύεδρου
    surface of a gemstone, surface of a dodecahedron
  2. (μεταφορικά) όψη, πλευρά αντικειμένου (υλικού, επιστημονικού, συζήτησης, ιδέας κτλ.)

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

facet (pl) αρσενικό

  1. ο τύπος (κάποιος άντρας)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]