aspect

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
aspect aspects

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aspect (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. οπτική, η άποψη (ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται κάτι από μια ορισμένη θέση παρατήρησης)
  2. (μη μετρήσιμο, επίσημο) η εμφάνιση, η ενδυμασία και γενικά η εξωτερική εικόνα κάποιου ή η όψη, το ανθρώπινο πρόσωπο και ιδίως η έκφρασή του
    a man with an unhealthy aspect - άνθρωπος με αρρωστιάρικη εμφάνιση
    a man with a fierce aspect - άνθρωπος με άγρια όψη
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη appearance
  3. (γραμματική) το ποιόν ενέργειας

Πηγές[επεξεργασία]

  • aspect - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
  • aspect - Oxford Learner's Dictionaries
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 287, 639. ISBN 9780194325684. , λήμμα: εμφάνιση, όψη



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
aspect aspects

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aspect (fr) αρσενικό

  1. η εμφάνιση
  2. η άποψη
  3. η θωριά
  4. η όψη
  5. η πτυχή

Πηγές[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aspect (ro)