aspect

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aspect (en)

  1. οπτική, η άποψη (ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται κάτι από μια ορισμένη θέση παρατήρησης), πτυχή πραγματικότητας-εξέτασης-επισκόπησης
  2. η όψη



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
aspect aspects

aspect (fr) αρσενικό

  1. η εμφάνιση
  2. η άποψη
  3. η θωριά
  4. η όψη



Ρουμανικά (ro)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aspect (ro)

  1. εμφάνιση