aspect

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aspect (en)

  1. οπτική, η άποψη (ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται κάτι από μια ορισμένη θέση παρατήρησης), πτυχή πραγματικότητας-εξέτασης-επισκόπησης
  2. η όψη



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

aspect 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aspect aspects

aspect (fr) αρσενικό

  1. η εμφάνιση
  2. η άποψη
  3. η θωριά



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aspect (ro)

  1. εμφάνιση