εδράζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἑδράζομαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εδράζομαι < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή ἑδράζομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἑδράζω < αρχαία ελληνική ἕδρα < ἔδος / ἕζομαι < πρωτοελληνική *heďďomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séd-ye- < *sed-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eˈðɾa.zo.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐δρά‐ζο‐μαι

Ρήμα[επεξεργασία]

εδράζομαι στον ενεστώτα και παρατατικό (χωρίς παθητική φωνή)[1][2] ή και ενεργητικό: εδράζω[3][4]

  1. βρίσκομαι πάνω σε κάτι ή/και στηρίζομαι σ’ αυτό
  2. (μεταφορικά) βασίζομαι σε κάτι, στηρίζομαι πάνω σ’ αυτό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992). 
  2. «εδράζομαι» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)
  4. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.