See

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: see

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

See 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

See (de) αρσενικό (γενική: Sees , πληθυντικός: Seen)

  1. (γεωγραφία) η λίμνη
  2. τμήμα της ονομασίας πολλών λιμνών (στα γερμανικά)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

See (de) θηλυκό (γενική: See, πληθυντικός Seen)

  1. (γεωγραφία, μόνο στον ενικό) η θάλασσα, ο ωκεανός
  2. (ναυτικός όρος) ο κυματισμός, το φούσκωμα των υδάτων σε θάλασσα ή λίμνη· μεγάλο κύμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]