λίμνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λίμνη λίμνες
γενική λίμνης λιμνών
αιτιατική λίμνη λίμνες
κλητική λίμνη λίμνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λίμνη < αρχαία ελληνική λίμνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)leim-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /li.ˈmni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λίμνη θηλυκό

  1. (γεωγραφία) μικρή ή μεγαλύτερη σε έκταση εδαφική κοιλότητα, που είναι γεμάτη με γλυκό νερό
  2. (μεταφορικά) συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας κάποιου υγρού σε ένα σημείο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λίμνη λίμνα λίμναι
Γενική λίμνης λίμναιν λιμνῶν
Δοτική λίμν λίμναιν λίμναις
Αιτιατική λίμνην λίμνα λίμνας
Κλητική λίμνη λίμνα λίμναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λίμνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)leim-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λίμνη θηλυκό

  1. λίμνη ή λιμνοθάλασσα
  2. δεξαμενή (τεχνητή)
  3. (ποιητικό) θάλασσα
  4. (με κεφαλαίο, στον ενικό ή πληθυντικό) τοπωνύμιο