λιμνούλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιμνούλα λιμνούλες
γενική λιμνούλας λιμνούλων
αιτιατική λιμνούλα λιμνούλες
κλητική λιμνούλα λιμνούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιμνούλα < λίμνη + -ούλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιμνούλα θηλυκό

  1. μικρή λίμνη
  2. (μεταφορικά) μικρή συγκέντρωση υγρού
    Μπροστά της είχε σχηματιστεί από το νερό που έσταζε από την οροφή μια λιμνούλα. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]