λιμνοθάλασσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιμνοθάλασσα λιμνοθάλασσες
γενική λιμνοθάλασσας λιμνοθαλασσών
αιτιατική λιμνοθάλασσα λιμνοθάλασσες
κλητική λιμνοθάλασσα λιμνοθάλασσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιμνοθάλασσα < λίμνη + θάλασσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιμνοθάλασσα θηλυκό

  1. (γεωγραφία): παράλια λίμνη (φυσική ή τεχνητή) που συνδέεται με τη θάλασσα.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]