Μετάβαση στο περιεχόμενο

see out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας see out
γ΄ ενικό ενεστώτα sees out
αόριστος saw out
παθητική μετοχή seen out
ενεργητική μετοχή seeing out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
see out <  δείτε τις λέξεις see και out

see out (en)

  • βγάζω (έξω), πηγαίνω με έναν επισκέπτη στην πόρτα όταν φεύγει
    παράδειγμα  My secretary will see you out.
    Η γραμματέας μου θα σας βγάλει έξω.
    παράδειγμα  I’ll see myself out.
    Θα βγω μόνος μου.