φορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: φόρα

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φορά οι φορές
      γενική της φοράς των φορών
    αιτιατική τη φορά τις φορές
     κλητική φορά φορές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

φορά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φορά (γρήγορη κίνηση)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /foˈɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φο‐ρά
τονικό παρώνυμο: φόρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φορά θηλυκό

  1. η ξεχωριστή περίπτωση, περίσταση ή περίοδος
    Σου το είπα μια φορά, φτάνει· δε θα σου το πω και δεύτερη.
    Σήμερα πήγα τρεις φορές στην εφορία.
  2. η κατεύθυνση, η διεύθυνση
    Ορθή αναφορά ονομάζεται, στη φυσική, οποιαδήποτε κυκλική κίνηση αντίθετης φοράς προς εκείνην των δεικτών του ωρολογίου.
    η φορά των πραγμάτων, μας οδηγεί δυστυχώς... (έτσι όπως εξελίσσονται, κατά εκεί που πάνε οι καταστάσεις..)
  3. (μαθηματικά) χρησιμοποιείται στον πολλαπλασιασμό αντί του επί
    πέντε φορές το δέκα αντί για 5 Χ 10 ή 5 επί δέκα
  4. κάποτε, σε εκφράσεις με το ρήμα σε παρελθοντικό χρόνο, με τάσεις αναπόλησης
    μια φορά μ' αγαπούσες
  5. αντί της λέξης φόρα (ορμή, απόκτηση ταχύτητας) σε αθλητικούς όρους
    άλμα άνευ φοράς

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

→ και δείτε τη λέξη φέρω

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

φορά: κλιτικός τύπος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

φορά

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φορᾱ́ αἱ φοραί
      γενική τῆς φορᾶς τῶν φορῶν
      δοτική τῇ φορ ταῖς φοραῖς
    αιτιατική τὴν φορᾱ́ν τὰς φορᾱ́ς
     κλητική ! φορᾱ́ φοραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φορᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  φοραῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορά < μεταπτωτική βαθμίδα φορ- του ρήματος φέρω +

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φορά, -ᾶς θηλυκό

  1. μεταφορά
  2. πληρωμή, καταβολή φόρου
  3. εισφορά, έρανος
  4. η παραγωγή καρπών, καρπός, σοδειά
  5. κόμιστρο, αμοιβή για μεταφορά
  6. η γρήγορη κίνηση, η ορμητική
  7. η ορμή
  8. το βάρος, αυτό που μεταφέρεται, αυτό που κάποιος φέρει, το φορτίο
  9. η τροχιά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]