συμφορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμφορά οι συμφορές
      γενική της συμφοράς των συμφορών
    αιτιατική τη συμφορά τις συμφορές
     κλητική συμφορά συμφορές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμφορά < αρχαία ελληνική συμφορά < συμφέρω < σύν + φέρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμφορά θηλυκό ή συφορά

  1. Και η Βουλγαρία ολόκληρη θρήνησε την εθνική της συμφορά. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική συμφορᾱ́ αἱ συμφοραί
      γενική τῆς συμφορᾶς τῶν συμφορῶν
      δοτική τῇ συμφορ ταῖς συμφοραῖς
    αιτιατική τὴν συμφορᾱ́ν τὰς συμφορᾱ́ς
     κλητική ! συμφορᾱ́ συμφοραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ   τὼ συμφορᾱ́  
γεν-δοτ   τοῖν συμφοραῖν  
1η κλίση όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμφορά < συμφέρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμφορά θηλυκό ή συμφορή

  1. συσσώρευση
  2. γεγονός εξαρτώμενο από την τύχη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]