Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμφορά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμφορά οι συμφορές
      γενική της συμφοράς των συμφορών
    αιτιατική τη συμφορά τις συμφορές
     κλητική συμφορά συμφορές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συμφορά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμφορά < συμφέρω < συμ- + φέρω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συμφορά θηλυκό ή συφορά

  • πολύ κακό συμβάν, δυστύχημα, καταστροφή
    ※  Και η Βουλγαρία ολόκληρη θρήνησε την εθνική της συμφορά. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα, 1909 [μυθιστόρημα])
    ※  όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη (Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, 1978)
    ※  «Ω, κρίμα αλήθεια, οι άνθρωποι με τους θεούς να τα ‘χουν, γιατί θαρρούν πως από μας οι συμφορές τους βρίσκουν, ενώ παθαίνουν μόνοι τους απ’ ασυλλογισιά τους, χωρίς να φταίει η μοίρα τους» (α, 32-34). Ο θάνατος του Αίγισθου είναι το αποτέλεσμα της ασυλλογισιάς του, προσβάλλοντας ένα όριο, την ηθική του όντος. (Οδυσσέας Ελληνιάδης, Άξονες ενός καταστατικού χάρτη δημοκρατικής πόλης, Φεβρουάριος – Απρίλιος 2025 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ συμφορᾱ́ αἱ συμφοραί
      γενική τῆς συμφορᾶς τῶν συμφορῶν
      δοτική τῇ συμφορᾷ ταῖς συμφοραῖς
    αιτιατική τὴν συμφορᾱ́ν τὰς συμφορᾱ́ς
     κλητική ὦ! συμφορᾱ́ συμφοραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  συμφορᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  συμφοραῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συμφορά < (συμφέρω) συμ- + φορ-, μεταπτωτική βαθμίδα του φέρω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συμφορά, -ᾶς θηλυκό

  1. συσσώρευση
  2. γεγονός εξαρτώμενο από την τύχη
    1. συμφορά, δυστύχημα, κακοτυχία
    2. (σπάνιο) καλή τύχη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ και δείτε τις λέξεις φορά και φέρω