συσσώρευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | συσσώρευση | οι | συσσωρεύσεις |
| γενική | της | συσσώρευσης* | των | συσσωρεύσεων |
| αιτιατική | τη | συσσώρευση | τις | συσσωρεύσεις |
| κλητική | συσσώρευση | συσσωρεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, συσσωρεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συσσώρευση < συσσωρεύ(ω) + -ση[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /siˈso.ɾef.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συσ‐σω‐ρευ‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συσσώρευση θηλυκό
- η συγκέντρωση υπερβολικής ποσότητας σε ένα σημείο,συνήθως ομοειδών αντικειμένων
- ※ Σύμφωνα πάντα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως παχυσαρκία και υπερβαρότητα χαρακτηρίζονται οι καταστάσεις αυξημένης συσσώρευσης λίπους στο σώμα σε βαθμό που να αποτελούν απειλή για την υγεία του οργανισμού. (Παχυσαρκία - Υπερβαρότητα, ΓΕΜAτο Διατροφή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιo, ανάκτηση 18/5/2026 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συσσώρευση
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ συσσώρευση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας