Μετάβαση στο περιεχόμενο

συσσώρευση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συσσώρευση οι συσσωρεύσεις
      γενική της συσσώρευσης* των συσσωρεύσεων
    αιτιατική τη συσσώρευση τις συσσωρεύσεις
     κλητική συσσώρευση συσσωρεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, συσσωρεύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συσσώρευση < συσσωρεύ(ω) + -ση[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siˈso.ɾef.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συσσωρευση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συσσώρευση θηλυκό

  • η συγκέντρωση υπερβολικής ποσότητας σε ένα σημείο,συνήθως ομοειδών αντικειμένων
      Σύμφωνα πάντα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως παχυσαρκία και υπερβαρότητα χαρακτηρίζονται οι καταστάσεις αυξημένης συσσώρευσης λίπους στο σώμα σε βαθμό που να αποτελούν απειλή για την υγεία του οργανισμού. (Παχυσαρκία - Υπερβαρότητα, ΓΕΜAτο Διατροφή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιo, ανάκτηση 18/5/2026 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]