συσσώρευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συσσώρευση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συσσώρευση θηλυκό

  • η συγκέντρωση υπερβολικής ποσότητας σε ένα σημείο,συνήθως ομοειδών αντικειμένων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]