πόρνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πόρνη οι πόρνες
      γενική της πόρνης των πορνών
    αιτιατική την πόρνη τις πόρνες
     κλητική πόρνη πόρνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Πελάτης και πόρνη σε μελανόμορφο κύπελλο. Η πράξη δηλώνεται από το βαλάντιο πάνω από το ζευγάρι.

Ετυμολογία

πόρνη < αρχαία ελληνική πόρνη < πέρνημι

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈpoɾ.ni/

Ουσιαστικό

πόρνη θηλυκό

  1. (επάγγελμα) η γυναίκα που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής
  2. υβριστικός χαρακτηρισμός

Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Μεταφράσεις



Αρχαία ελληνικά (grc)

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία

πόρνη < πέρνημι

Ουσιαστικό

πόρνη θηλυκό

Πηγές