πόρνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόρνη πόρνες
γενική πόρνης πορνών
αιτιατική πόρνη πόρνες
κλητική πόρνη πόρνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόρνη < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpɔɾ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πόρνη θηλυκό

  1. η γυναίκα που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής
  2. υβριστικός χαρακτηρισμός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]