παλλακίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλλακίδα παλλακίδες
γενική παλλακίδας παλλακίδων
αιτιατική παλλακίδα παλλακίδες
κλητική παλλακίδα παλλακίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παλλακίδα < αρχαία ελληνική παλλακίς < παλλακή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pa.la.ˈci.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παλλακίδα θηλυκό

  • στην αρχαιότητα, η γυναίκα που ζούσε με ένα έγγαμο άνδρα, χωρίς, όμως, να είναι ο νόμιμος σύζυγός της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]