παλλακίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παλλακίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα παλλακίς, -ίδα < αρχαία ελληνική παλλακίς[1][2] < παλλακή. Παραβάλετε παλληκάρι.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.laˈci.ða/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : παλ‐λα‐κί‐δα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παλλακίδα θηλυκό
- (ιστορία) γυναίκα που ζούσε μόνιμα με άνδρα, συχνά έγγαμο ή πλούσιο, χωρίς να είναι η νόμιμη σύζυγός του, στο πλαίσιο του θεσμού της παλλακείας
- (σπάνιο) γυναίκα που συγκατοικεί και συνδέεται ερωτικά με άνδρα χωρίς επίσημο γάμο, εκτός των σύγχρονων κοινωνικών θεσμών
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ παλλακίδα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ παλλακίδα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίδα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)