αναπόληση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναπόληση οι αναπολήσεις
      γενική της αναπόλησης
& αναπολήσεως
των αναπολήσεων
    αιτιατική την αναπόληση τις αναπολήσεις
     κλητική αναπόληση αναπολήσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπόληση < (λόγιο) ελληνιστική κοινή ἀναπόλησις < αρχαία ελληνική ἀναπολέω / ἀναπολῶ < ἀνά + πολέω < πέλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναπόληση θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]