αναπολώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀναπολῶ, ἀναπωλῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπολώ < αρχαία ελληνική ἀναπολέω / ἀναπολῶ < ἀνά + πολέω < πέλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναπολώ

  • νοσταλγώ κάποιες στιγμές από το παρελθόν και τις φέρνω στη μνήμη μου, στρέφομαι στο παρελθόν και μου λείπει

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]