φορώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φορῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορώ < αρχαία ελληνική φορέω, φορῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φορώ και φοράω, παθητικό: φοριέμαι

  1. είμαι ντυμένος με
    φοράει το καλό του κουστούμι σήμερα
    φοράει μαύρα γιατί πενθεί
  2. βάζω πάνω μου ένα ρούχο
    φόρεσε το παλτό σου να φύγουμε
  3. έχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα
    φοράει γυαλιά/κοσμήματα/κράνος,
  4. (μεταφορικά)
    φοράει μονίμως ένα υποκριτικό χαμόγελο
  5. φοράω κάτι σε κάποιον, τον ντύνω ή τον επιβαρύνω
    Μαμά δεν μπορώ να φορέσω τα παπούτσια στο μωρό, έλα να του τα φορέσεις εσύ
    του τα φοράει (εννοείται, τα κέρατα: τον απατά, έχει εραστή
    του φόρεσαν αγκάθινο στεφάνι : τον βασάνισαν, τον ταλαιπώρησαν

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μας φόρεσε/έβαλε τα γιαλιά: "μας την βγήκε", "μας τάπωσε", ήταν πολύ καλύτερός μας, υπερίσχυσε σε κάτι
  • φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής : Μπήκε στην εθνική ομάδα
  • φόρεσε το χακί : κατατάχθηκε στο στρατό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]