αναφορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναφορά αναφορές
γενική αναφοράς αναφορών
αιτιατική αναφορά αναφορές
κλητική αναφορά αναφορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναφορά < αρχαία ελληνική ἀναφορά < ἀναφέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναφορά θηλυκό

  1. η έκθεση γεγονότων σε γραπτό ή προφορικό λόγο
  2. ο συσχετισμός δύο πραγμάτων

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]