αίτηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αίτηση | οι | αιτήσεις |
| γενική | της | αίτησης* | των | αιτήσεων |
| αιτιατική | την | αίτηση | τις | αιτήσεις |
| κλητική | αίτηση | αιτήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αιτήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αίτηση < αρχαία ελληνική αἴτησις
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αίτηση θηλυκό
- το να ζητά κανείς κάτι, επιδίωξη, απαίτηση, παράκληση
- έγγραφη, κυρίως, αναφορά ενός ιδιώτη προς κάποια Αρχή, με την οποία ζητά κάτι
- ※ Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)
- το ίδιο το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η έγγραφη αναφορά