παράκληση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράκληση παρακλήσεις
γενική παράκλησης
& παρακλήσεως
παρακλήσεων
αιτιατική παράκληση παρακλήσεις
κλητική παράκληση παρακλήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράκληση < αρχαία ελληνική παράκλησις < παρακαλώ < παρά + καλέω / καλῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kelh₁- / *kl̥h₁- (καλώ, φωνάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾa.kli.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράκληση θηλυκό

  1. η διαδικασία, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρακαλώ, η ευγενική και ικετευτική κλήση για βοήθεια, εξυπηρέτηση, χάρη, συνδρομή κ.λπ.
  2. (θρησκεία) θρησκευτική ακολουθία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα: μικρή παράκληση / μικρός παρακλητικός κανόνας, μεγάλη παράκληση / μεγάλος παρακλητικός κανόνας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]