συνδρομή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνδρομή συνδρομές
γενική συνδρομής συνδρομών
αιτιατική συνδρομή συνδρομές
κλητική συνδρομή συνδρομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδρομή < από το ελληνιστικό ή και μεταγενέστερο συνδράμω ή από την αρχαία ελληνική συνδρομή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sin.ðɾɔ.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνδρομή θηλυκό

  1. αρωγή, βοήθεια προς κάποιον
  2. πληρωμή εγγραφής για συμμετοχή σε σύλλογο, φορέα, ή πληρωμή σε εκδοτική επιχείρηση για παραλαβή εντύπου (συνήθως κατ' οίκον) ή για δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες διάφορων επιχειρήσεων (π.χ. συνδρομητικά τηλεοπτικά κανάλια ή συνδρομητικές ιστοσελιδες)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδρομή < συνέδραμον (αόριστος του συντρέχω: τρέχω με κάποιον ή συνωθούμαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνδρομή θηλυκό

  1. ταραχώδης συγκέντρωση, συνάθροιση, συρροή, εμφάνιση πολλών μαζί, συνδυασμός
    συνδρομή τῶν ὄχλων εἰς τὴν ἐκκλησίαν
    στενὴ πορθμοῦ συνδρομή
    ἐφάνη συνδρομή ἀγαθῶν ὑπερβάλλουσα... (άρχισαν να συρρέουν αγαθά που ξεπερνούσαν...)
  2. τρέξιμο μαζί με κάποιον άλλον
  3. (μεταφορικά) το αποτέλεσμα, εκεί που οδηγείται κάτι, το συμπέρασμα
    συρροή τοῦ λόγου : το συμπέρασμα, το ηθικό δίδαγμα
  4. συνδυασμός συμπτωμάτων σε ασθένειες, η κλινική εικόνα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • ὁ σύνδρομος, ἡ συνδρομάς, το σύνδρομον : που τρέχουν ο ένας πίσω από τον άλλο, πολύ κοντά, συγκρουονται, ή πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο ή συναντώνται
  • συνδρόμως, επίρρημα : επι τα ίχνη, απόκοντα