έντυπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έντυπο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου έντυπος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έντυπο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]