έντυπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έντυπος < εν + τύπος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έντυπος

  1. κάποιος που είναι τυπωμένος στο χαρτί
  2. για κείμενο ή λέξη γραμμένη στην έντυπη νορβηγική - τα έντυπα νορβηγικά - τα bokmål
    είναι διάλεκτος των βιβλίων δηλαδή περιορισμένης-σαφούς χρήσης λόγια διάλεκτος, όχι ομιλητική διάλεκτος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]