συντρέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντρέχω < συν + τρέχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συντρέχω

  1. βοηθώ, επικουρώ
  2. συντελώ, συμβάλλω
  3. που συμβαίνει ταυτόχρονα με κάτι άλλο
    σε στρατιωτικές βάσεις εγκατεστημένες στο εξωτερικό ισχύει συντέχουσα αρμοδιότητα των εγχώριων και των αλλοδαπών δικαστηρίων με προτεραιότητα στα πρώτα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]