συντρέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντρέχω < συν + τρέχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συντρέχω

  1. βοηθώ, επικουρώ
  2. συντελώ, συμβάλλω
  3. που συμβαίνει ταυτόχρονα με κάτι άλλο
    σε στρατιωτικές βάσεις εγκατεστημένες στο εξωτερικό ισχύει συντρέχουσα αρμοδιότητα των εγχώριων και των αλλοδαπών δικαστηρίων με προτεραιότητα στα πρώτα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]