Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμβάλλω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συμβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμβάλλω < (σύν) συμ + βάλλω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siɱˈva.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συμβάλλω

συμβάλλω, πρτ.: συνέβαλλα, αόρ.: συνέβαλα, παθ.φωνή: συμβάλλομαι, π.αόρ.: συμβλήθηκα/συνεβλήθην, μτχ.π.π.: συμβλημένος/συμβεβλημένος

  1. ενώνομαι
  2. βοηθώ, συνεισφέρω, συντείνω σε μια κοινή προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού
      Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)
  3. {στην παθητική φωνή, νομικός όρος)  δείτε τη λέξη συμβάλλομαι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα