εκβάλλω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


εκ(έξω)-βάλλω(βγαίνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκβάλλω

  1. (αμετάβατο) (για ποταμό) χύνομαι, καταλήγω
  2. (μεταβατικό) βγάζω κάποιον έξω από ένα χώρο, συνήθως με βίαιο τρόπο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]