Μετάβαση στο περιεχόμενο

evict

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας evict
γ΄ ενικό ενεστώτα evicts
αόριστος evicted
παθητική μετοχή evicted
ενεργητική μετοχή evicting

evict (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]