συνεισφέρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνεισφέρω < αρχαία ελληνική συνεισφέρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ni.ˈsfɛ.ɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνεισφέρω

  1. συμμετέχω υλικά ή ηθικά σ΄έναν κοινό σκοπό
    Θα ήθελα να συνεισφέρω κι εγώ στην αγορά δώρου
    Συνεισφέρει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. συνεισφέρω συνεισέφερα θα συνεισφέρω να συνεισφέρω συνεισφέροντας
β' ενικ. συνεισφέρεις συνεισέφερες θα συνεισφέρεις να συνεισφέρεις συνείσφερε
γ' ενικ. συνεισφέρει συνεισέφερε θα συνεισφέρει να συνεισφέρει
α' πληθ. συνεισφέρουμε συνεισφέραμε θα συνεισφέρουμε να συνεισφέρουμε
β' πληθ. συνεισφέρετε συνεισφέρατε θα συνεισφέρετε να συνεισφέρετε συνεισφέρετε
γ' πληθ. συνεισφέρουν συνεισέφεραν
συνεισφέρανε
θα συνεισφέρουν να συνεισφέρουν
Ο Αόριστος κλίνεται όπως και ο Παρατατικός. Παρακείμενος: έχω συνεισφέρει

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]