επίτευξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίτευξη επιτεύξεις
γενική επίτευξης
& επιτεύξεως
επιτεύξεων
αιτιατική επίτευξη επιτεύξεις
κλητική επίτευξη επιτεύξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίτευξη < ελληνιστική κοινή ἐπίτευξις ("επιτυχία στόχου"). Μορφολογικά, ἐπί + τεῦξις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛˈpi.tef.ksi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίτευξη θηλυκό

  1. εκπλήρωση, επιτυχία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]