συνδρομητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνδρομητικός συνδρομητική συνδρομητικό
γενική συνδρομητικού συνδρομητικής συνδρομητικού
αιτιατική συνδρομητικό συνδρομητική συνδρομητικό
κλητική συνδρομητικέ συνδρομητική συνδρομητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνδρομητικοί συνδρομητικές συνδρομητικά
γενική συνδρομητικών συνδρομητικών συνδρομητικών
αιτιατική συνδρομητικούς συνδρομητικές συνδρομητικά
κλητική συνδρομητικοί συνδρομητικές συνδρομητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδρομητικός < συνδρομή + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συνδρομητικός,ή,ό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]