συμπέρασμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συμπέρασμα < αρχαία ελληνική συμπέρασμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συμπέρασμα ουδέτερο
- το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού ή μιας συλλογιστικής πορείας
Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται.
- η κατάληξη μιας ομιλίας, άρθρου, έρευνας
Το συμπέρασμα ήταν ότι και η λογική έχει τα όρια της.
- (λογική) το δεύτερο (δεξιό) μέρος της συνεπαγωγής[1][2]
Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- απόλυτο συμπέρασμα: οριστική, αδιαμφισβήτητη, εμφατική κατάληξη μιας λογικής διερεύνησης
- δεν υπάρχει κάποιο απόλυτο συμπέρασμα, μόνο γενικές υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν
- βγάζω συμπέρασμα: συμπεραίνω, κατανοώ, καταλαβαίνω
- δεν μπορώ να βγάλω συμπέρασμα από τα λεγόμενά του
- βγάζω συμπέρασμα με κάποιον: (μεταφορικά) συνεννοούμαι, είναι δυνατόν να συνεννοηθώ με κάποιον
- μπορεί κανείς να βγάλει συμπέρασμα με δαύτον;
- άντε να βγάλεις συμπέρασμα: δεν μπορείς να καταλάβεις μετά (από δυσνόητη ή αντιφατική οδηγία, κείμενο κ.λπ. τι εννοείται ή τι οφείλεις να κάνεις και βρίσκεσαι σε αδιέξοδο
- ο ένας λέει το ένα κι ο άλλος το αντίθετο κι άντε μετά εσύ να βγάλεις συμπέρασμα εκεί μέσα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συμπέρασμα
|
λογική
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πατσάκης Νικόλαος, Παπαδάκης Γεώργιος (Ηράκλειο 2014), «Σύστημα για Επεξεργασία Λογικών Εκφράσεων, 11.9 Συνεπαγωγή και Ισοδυναμία (Material Implication and Equivalence)», σελ.42. Προσπέλαση 2020-03-01
- ↑ Κωνσταντίνος Τσίχλας, «Διακριτά μαθηματικά - Βασικά στοιχεία λογικής», σελ. 23-25, Department of Informatics at Aristotle University. Προσπέλαση 2020-03-01
Πηγές
[επεξεργασία]- συμπέρασμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- συμπέρασμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)