διερεύνηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διερεύνηση | οι | διερευνήσεις |
| γενική | της | διερεύνησης* | των | διερευνήσεων |
| αιτιατική | τη | διερεύνηση | τις | διερευνήσεις |
| κλητική | διερεύνηση | διερευνήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διερευνήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διερεύνηση < ελληνιστική κοινή διερεύνησις < αρχαία ελληνική διερευνάω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διερεύνηση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διερευνώ
- ※ «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.). («Χαοτική» η κατάσταση στην αγορά πετρελαιοειδών λέει η ΠΟΠΕΚ, in.gr, 22/7/2015 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διερεύνηση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)