διερευνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διερευνώ < διά + ερευνώ

Open book 01.svg Ρήμα[]

διερευνώ

  1. προσπαθώ να μάθω όσο περισσότερες πληροφορίες μπορώ για ένα θέμα, εξετάζοντάς το λεπτομερώς, από όλες τις όψεις και σε βάθος
    η επιτροπή θα διερευνήσει τις καταγγελίες πολιτών
    οι επιστήμονες διερευνούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου


32πχ Μεταφράσεις[]