ερευνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερευνώ < αρχαία ελληνική ἐρευνῶ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.ɾevˈno/

Ρήμα[επεξεργασία]

ερευνώ

  1. ψάχνω
  2. κάνω έλεγχο με σκοπό να βρω, να ανακαλύψω ή να ερμηνεύσω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]