ψάχνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψάχνω < μεσαιωνική ελληνική ψάχνω < αρχαία ελληνική από το ουρανικό θέμα του παρακειμένου ἔψαυκα του ψαύω (κατά το διώκω που έγινε διώχνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψάχνω, πρτ.: έψαχνα, στ.μέλλ.: θα ψάξω, αόρ.: έψαξα, παθ.φωνή: ψάχνομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: ψαγμένος

  1. προσπαθώ να βρω κάτι ή κάποιον
    τον έψαχνα σε όλη τη γειτονιά
    ψάχνω να βρω στοιχεία στο διαδίκτυο για την εργασία μου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναζητώ, γυρεύω
  2. ερευνώ (π.χ. ένα χώρο) προσπαθώντας να βρω κάτι ή κάποιον
    έψαξε τις τσέπες του προσπαθώντας να βρει ανάμεσα στα κέρματα το κλειδί του
    τον έψαξαν στο αεροδρόμιο (του έκαναν σωματική έρευνα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]