διώχνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διώχνω < μεσαιωνική ελληνική διώχνω < αρχαία ελληνική διώκω < δίω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dih₁- (κινώ γρήγορα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðʝɔ.xnɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διώχνω (παθητική φωνή: διώχνομαι)

  1. αναγκάζω κάποιον να φύγει με τα λόγια ή τη συμπεριφορά μου
    τον έδιωξαν κακήν κακώς, για μείνουν μόνοι
  2. απομακρύνω κάποιον από το χώρο στον οποίο βρίσκεται
    διώξε το σκύλο μακριά από τις γλάστρες!
  3. απομακρύνω κάποιον από τη θέση που έχει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απολύω
    τον έδιωξαν από την εταιρεία
  4. απομακρύνω κάποιον από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκτοπίζω
    οι εχθροί τους έδιωξαν από το χωριό τους και μετά το έκαψαν
  5. απομακρύνω κάποιον ξένο από τη χώρα διαμονής του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απελαύνω
    επειδή δεν είχαν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, τους έδιωξαν από τη χώρα
  6. κάνω έξωση σε κάποιον, τον απομακρύνω από μισθωμένη κατοικία
    με διώχνουν από το διαμέρισμα, διότι το θέλουν για ιδιοκατοίκηση
  7. αποβάλλω
    τους έδιωξαν από το σχολείο εξαιτίας των ζημιών που έκαναν
  8. σταματώ να σκέφτομαι, απομακρύνω κάτι από την ψυχή μου
    πρέπει να σκεφτείς κάτι θετικό, για να διώξεις τις αμφιβολίες σου
  9. απαλλάσσομαι από την παρουσία κάποιου
    τον έδιωξε από τη ζωή της
  10. (μεταφορικά) προστατεύω ή απαλλάσσω κάποιον από κάτι
    η γυμναστική διώχνει το άγχος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]