Μετάβαση στο περιεχόμενο

εἴρω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ěː.ɾɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: εἴρω

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
εἴρω < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *héřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séryeti, ye-ενεστώτας από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ser- (ενώνω)

εἴρω

  1. συνδέω μεταξύ τους κομμάτια βάζοντάς τα σε μια σειρά
    χρειάζεται παράθεμα
  2. δένω κάτι κάπου
    χρειάζεται παράθεμα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
  • εἰρομένη λέξις: το ύφος κατά τον Αριστοτέλη που χαρακτηρίζεται από έλλειψη αντιθέσεων ή ισορροπίας

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
εἴρω < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *wéřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéryeti, ye-ενεστώτας από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *werh₁- (μιλώ, λέγω). Συγγενή: λατινική verbum.

εἴρω

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]