Μετάβαση στο περιεχόμενο

εἴρων

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: είρων

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / εἴρων οἱ/αἱ εἴρωνες
      γενική τοῦ/τῆς εἴρωνος τῶν εἰρώνων
      δοτική τῷ/τῇ εἴρων τοῖς/ταῖς εἴρωσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν εἴρων τοὺς/τὰς εἴρωνᾰς
     κλητική ! εἴρων εἴρωνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  εἴρωνε
γεν-δοτ τοῖν  εἰρώνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κώδων' όπως «κώδων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εἴρων < αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανώς σχετίζεται με το εἴρω (μιλάω, λέω) ή το ἔρομαι (ρωτάω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ěː.ɾɔːn/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: εἴρων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εἴρων, -ωνος αρσενικό ή θηλυκό και ως επίθετο

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
εἰρων-