takeaway

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
takeaway takeaways

Ετυμολογία [επεξεργασία]

takeaway < take + away

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

takeaway (en) (βρετανικό)

  1. μαγαζί που πουλάει φαγητό στο χέρι
  2. το φαγητό από κατάστημα έτοιμου φαγητού

Συνώνυμα[επεξεργασία]