μεγάλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεγάλος μεγάλη μεγάλο
γενική μεγάλου μεγάλης μεγάλου
αιτιατική μεγάλο μεγάλη μεγάλο
κλητική μεγάλε μεγάλη μεγάλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγάλοι μεγάλες μεγάλα
γενική μεγάλων μεγάλων μεγάλων
αιτιατική μεγάλους μεγάλες μεγάλα
κλητική μεγάλοι μεγάλες μεγάλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγάλος < αρχαία ελληνική μέγας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛˈɣa.lɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεγάλος, -η, -ο (συγκριτικός μεγαλύτερος, υπερθετικός μέγιστος)

  1. (ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως είναι οι διαστάσεις, το βάρος, ο όγκος κλπ) που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς πολύ πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας
    Του είπα να μας βάλει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας
  2. (στη γραφή) ο κεφαλαίος
    Μην γράφεις συνέχεια με μεγάλα γράμματα.
  3. σπουδαίος, με ιδιαίτερη σημασία
    Αύριο είναι η μεγάλη μέρα.
    Ήταν μεγάλος ο Καβάφης, αλλ' επιτέλους δεν ήταν ο μόνος μεγάλος Έλληνας ποιητής. (Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεγάλος αρσενικό

  1. ο ενήλικας
    Καλό είναι τα παιδιά να ακούνε τους μεγάλους.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]