μεγάλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεγάλος μεγάλη μεγάλο
γενική μεγάλου μεγάλης μεγάλου
αιτιατική μεγάλο μεγάλη μεγάλο
κλητική μεγάλε μεγάλη μεγάλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγάλοι μεγάλες μεγάλα
γενική μεγάλων μεγάλων μεγάλων
αιτιατική μεγάλους μεγάλες μεγάλα
κλητική μεγάλοι μεγάλες μεγάλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγάλος < αρχαία ελληνική μέγας

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛˈɣa.lɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

μεγάλος, -η, -ο (συγκριτικός μεγαλύτερος, υπερθετικός μέγιστος)

  1. (ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως είναι οι διαστάσεις, το βάρος, ο όγκος κλπ) που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς πολύ πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας
    Του είπα να μας βάλει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας
  2. (στη γραφή) ο κεφαλαίος
    Μην γράφεις συνέχεια με μεγάλα γράμματα.
  3. σπουδαίος, με ιδιαίτερη σημασία
    Αύριο είναι η μεγάλη μέρα.
    ※  Ήταν μεγάλος ο Καβάφης, αλλ' επιτέλους δεν ήταν ο μόνος μεγάλος Έλληνας ποιητής. (Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεγάλος αρσενικό

  1. ο ενήλικας
    Καλό είναι τα παιδιά να ακούνε τους μεγάλους.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]