μεγαλοποιώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγαλοποιώ < μεγάλος + -ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μεγαλοποιώ

  1. (μεταβατικό) περιγράφω κάτι υπερβάλλοντας ως προς τη σημασία του, δίνω σε κάτι σημασία δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την αξία του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]