ευρύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική ευρύς ευρεία ευρύ
γενική ευρύ
ευρέος
ευρείας ευρέος
ευρύ
αιτιατική ευρύ ευρεία ευρύ
κλητική ευρύ ευρεία ευρύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευρείς ευρείες ευρέα
γενική ευρέων ευρειών ευρέων
αιτιατική ευρείς ευρείες ευρέα
κλητική ευρείς ευρείες ευρέα
Συγκριτικός: ευρύτερος, υπερθετικός: ευρύτατος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευρύς < αρχαία ελληνική εὐρύς < *ϝαρυς < πρωτοινδοευρωπαϊκή ρίζα, κοινή και στα σανσκριτικά urùh (ευρύς, μακρύς) και vàras (εύρος)

Open book 01.svg Επίθετο[]

ευρύς, -εία, -ύ

  1. που έχει σχετικά μεγάλο εύρος· πλατύς
    1. (για γωνίες) που έχει σχετικά μεγάλο άνοιγμα
    2. που έχει σχετικά μεγάλη έκταση
    3. που περιλαμβάνει έναν μεγάλο αριθμό ατόμων ή γενικότερα όμοιων στοιχείων, που αναφέρεται σε ένα μεγαλύτερο φάσμα
    4. που αντιμετωπίζει ένα ζήτημα από πολλές οπτικές γωνίες

Εκφράσεις[]

  • ευρύτερος δημόσιος τομέας: οι δημόσιες υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας
  • αντιβιοτικά ευρέος φάσματος: αυτά που αντιμετωπίζουν μολύνσεις από πολλά και διαφορετικά μικρόβια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]