vaste

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

vaste 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
vaste vastes

vaste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ευρύς, εκτεταμένος



Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

vaste < vast- + -e

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

vaste (eo)

temas pri vaste rigardata kanzonkonkurso - πρόκειται για διαγωνισμό τραγουδιού που παρακολουθείται ευρέως

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: vast-