ευρύστερνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ευρύστερνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐρύστερνος
Επίθετο
[επεξεργασία]ευρύστερνος, -η, -ο
- που έχει ευρύ στέρνο
- ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
- Ὑψηλός, μελαψός, ἰσχνός, εὐρύστερνος, τὴν κόμην καὶ τὸ γένειον μὲ χρῶμα ἀχύρου καψαλισμένου, κρατῶν τὴν ράβδον του τὴν κυρτήν, ὑψηλὴν ἴσα μὲ τὸ μπόι του, ἐστάθη ἐνώπιον τῆς Φραγκογιαννοῦς. Ὁ ἄνθρωπος ἐφαίνετο νὰ εὑρίσκεται εἰς μεγάλην θλῖψιν καὶ ἀδημονίαν.
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Χρήστος Χωμενίδης, 1966‑ Ο κόσμος στα μέτρα του, αρχική δημοσίευση: (2012), εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2016, ISBN 9789601645704, @google.gr/books
- Ήταν πολύ ψηλοί και εντυπωσιακά καλλίγραμμοι - ευρύστερνοι και μπρατσωμένοι οι άντρες, με μέση δαχτυλίδι και στήθος που θα τρύπαγε, λες, τα κουρέλια τους οι γυναίκες. Το χρώμα του δέρματός τους σε απωθούσε μοναχά - ένα δυσοίωνο σταχτί, όπως εκείνο που παίρνει ο άνθρωπος αφού πεθάνει ...
- ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ευρύστερνος
Πηγές
[επεξεργασία]- ευρύστερνος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Χωμενίδη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)