ευρύχωρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευρύχωρος ευρύχωρη ευρύχωρο
γενική ευρύχωρου ευρύχωρης ευρύχωρου
αιτιατική ευρύχωρο ευρύχωρη ευρύχωρο
κλητική ευρύχωρε ευρύχωρη ευρύχωρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευρύχωροι ευρύχωρες ευρύχωρα
γενική ευρύχωρων ευρύχωρων ευρύχωρων
αιτιατική ευρύχωρους ευρύχωρες ευρύχωρα
κλητική ευρύχωροι ευρύχωρες ευρύχωρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευρύχωρος < αρχαία ελληνική εὐρύχωρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευρύχωρος, -η, -ο

  1. (για χώρο) που χαρακτηρίζεται από ικανοποιητικό εύρος και μέγεθος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]