Μετάβαση στο περιεχόμενο

άνετος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άνετος η άνετη το άνετο
      γενική του άνετου της άνετης του άνετου
    αιτιατική τον άνετο την άνετη το άνετο
     κλητική άνετε άνετη άνετο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άνετοι οι άνετες τα άνετα
      γενική των άνετων των άνετων των άνετων
    αιτιατική τους άνετους τις άνετες τα άνετα
     κλητική άνετοι άνετες άνετα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άνετος < αρχαία ελληνική ἄνετος < ἀνίημι < ἵημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ye-

Επίθετο

[επεξεργασία]

άνετος, -η, -ο

  1. (για ανθρώπινους χαρακτήρες) που συναναστρέφεται με ευκολία και άνεση με τους γύρω του, που δεν είναι τυπικός
  2. (για χώρους, έπιπλα κ.λπ.) αρκετά ευρύχωρος, αναπαυτικός
      Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
  3. (για ρούχα) όχι πολύ στενός ή εφαρμοστός ή επίσημος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]