άνετος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άνετος άνετη άνετο
γενική άνετου άνετης άνετου
αιτιατική άνετο άνετη άνετο
κλητική άνετε άνετη άνετο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άνετοι άνετες άνετα
γενική άνετων άνετων άνετων
αιτιατική άνετους άνετες άνετα
κλητική άνετοι άνετες άνετα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνετος < αρχαία ελληνική ἄνετος < ἀνίημι < ἵημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ye-

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άνετος, -η, -ο

  1. (για ανθρώπινους χαρακτήρες) που συναναστρέφεται με ευκολία και άνεση με τους γύρω του, που δεν είναι τυπικός
  2. (για χώρους, έπιπλα κ.λπ.) αρκετά ευρύχωρος, αναπαυτικός
  3. (για ρούχα) όχι πολύ στενός ή εφαρμοστός ή επίσημος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]