άνεση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | άνεση | οι | ανέσεις |
| γενική | της | άνεσης* | των | ανέσεων |
| αιτιατική | την | άνεση | τις | ανέσεις |
| κλητική | άνεση | ανέσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, ανέσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άνεση < αρχαία ελληνική ἄνεσις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]άνεση θηλυκό
- ο μεγάλη έκταση σε χώρους ή σε χρόνο, η ελευθερία στην κίνηση στο χώρο ή στο χρονικό όριο, η έλλειψη περιορισμών
- Στο τεσσάρι θα έχουμε μεγάλη άνεση ενώ αυτό το τριάρι...
- Θα έρθω το απόγευμα, που έχω άνεση χρόνου
- η αίσθηση της χαλάρωσης που προκύπτει από την έλλειψη περιορισμών παρ΄ότι αυτοί μπορεί αντικειμενικά να υπάρχουν
- Ηρθε κουνάμενος-σινάμενος με την άνεσή του (σιγά-σιγά, χαλαρά, χωρίς να βιάζεται)
- Κάν' το με την άνεσή σου, δεν μας πιέζει κανείς
- Μίλα του με άνεση, είναι δικός μας άνθρωπος (δεν χρειάζονται τυπικότητες)
- η ευκολία, η ευχέρεια
- ※ με την άνεση που κάποιος περνάει από τη μια μάρκα απορρυπαντικού στην άλλη (επιμέλεια Αγγελική Σπυροπούλου, Θεοδώρα Τσιμπούκη, Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2002)
- Προκρίθηκε με άνεση
- Εχει οικονομική άνεση
- αυτό που παρέχει χαλάρωση
- ※ Η θερμική άνεση είναι ένα υποκειμενικό συναίσθημα το οποίο εξαρτάται ή επηρεάζεται από διάφορες παραμέτρους και το οποίο χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία συνθηκών στις οποίες ευρισκόμενο ένα άτομο δεν επιθυμεί καμία θερμική αλλαγή στο περιβάλλον του (Κώστας Στεφ. Τσίπηρας, Οικολογική αρχιτεκτονική: βιοκλιματική αρχιτεκτονική, οικολογική δόμηση, γεωβιολογία, εσωτέρα αρχιτεκτονική, Κέδρος, 2005)
- είναι σπίτι με πολλές ανέσεις