ευχέρεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευχέρεια ευχέρειες
γενική ευχέρειας ευχερειών
αιτιατική ευχέρεια ευχέρειες
κλητική ευχέρεια ευχέρειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευχέρεια < ελληνιστική κοινή εὐχέρεια < εὐχερής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευχέρεια θηλυκό

  1. η ικανότητα σε έναν τομέα, η ευκολία / άνεση που έχει κάποιος σε έναν τομέα ή στην εκτέλεση ενός έργου
    αυτό το παιδί έχει ευχέρεια λόγου
    οικονομική ευχέρεια

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]