ευχέρεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ευχέρεια < (ελληνιστική κοινή) εὐχέρεια < εὐχερής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ευχέρεια θηλυκό
- η ικανότητα σε έναν τομέα, η ευκολία / άνεση που έχει κάποιος σε έναν τομέα ή στην εκτέλεση ενός έργου
- ※ Οι υπαρκτές, με αυτή την έννοια, πολιτικές διακρίσεις εκ μέρους της διοίκησης είτε εμφιλοχωρούν στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε κρύβονται πίσω από αναληθή αιτιολογία πράξεων, τυγχάνουν πάντως δικαστικά ελέγξιμες, ενώ άλλοτε ούτε αυτό ήταν δεδομένο. (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003: από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ), εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 177)