δυσχέρεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δυσχέρανση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυσχέρεια οι δυσχέρειες
      γενική της δυσχέρειας των δυσχερειών
    αιτιατική τη δυσχέρεια τις δυσχέρειες
     κλητική δυσχέρεια δυσχέρειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσχέρεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δυσχέρεια < δυσχερής

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðiˈsçe.ɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δυ‐σχέ‐ρει‐α
παλαιός συλλαβισμός: δυσ‐χέ‐ρει‐α

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσχέρεια θηλυκό

  1. αδυναμία ή δυσκολία δράσης
  2. εμπόδιο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]